Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Puerile

/pjuril/

adjective

1. Of or characteristic of a child

  • "Puerile breathing"
    synonym:
  • puerile

1. Του ή του χαρακτηριστικού ενός παιδιού

  • "Αδύναμη αναπνοή"
συνώνυμο:
  • πουερί

2. Displaying or suggesting a lack of maturity

  • "Adolescent insecurity"
  • "Jejune responses to our problems"
  • "Their behavior was juvenile"
  • "Puerile jokes"
    synonym:
  • adolescent
  • ,
  • jejune
  • ,
  • juvenile
  • ,
  • puerile

2. Εμφάνιση ή πρόταση έλλειψης ωριμότητας

  • "Εφηβική ανασφάλεια"
  • "Απαντήσεις στα προβλήματά μας"
  • "Η συμπεριφορά τους ήταν νεανική"
  • "Αστεία"
συνώνυμο:
  • έφηβος,
  • τζιζούνιο,
  • νεαρός,
  • πουερί