Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pueblo

/pwɛbloʊ/

noun

1. A member of any of about two dozen native american peoples called `pueblos' by the spanish because they live in pueblos (villages built of adobe and rock)

    synonym:
  • Pueblo

1. Ένα μέλος περίπου δύο δωδεκάδων ιθαγενών αμερικανών που ονομάζεται `πουέμπλος' από τους ισπανούς επειδή ζουν σε πουέμπλο ( χωριά χτισμένα

συνώνυμο:
  • Πουέμπλο

2. A city in colorado to the south of colorado springs

    synonym:
  • Pueblo

2. Μια πόλη στο κολοράντο στα νότια του κολοράντο σπρινγκς

συνώνυμο:
  • Πουέμπλο

3. A communal village built by indians in the southwestern united states

    synonym:
  • pueblo

3. Ένα κοινόχρηστο χωριό χτισμένο από ινδιάνους στις νοτιοδυτικές ηνωμένες πολιτείες

συνώνυμο:
  • πουέμπλο