Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "prosperous" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "πρόσφυρη" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Prosperous

[Ευημερούσ]
/prɑspərəs/

adjective

1. In fortunate circumstances financially

  • Moderately rich
  • "They were comfortable or even wealthy by some standards"
  • "Easy living"
  • "A prosperous family"
  • "His family is well-situated financially"
  • "Well-to-do members of the community"
    synonym:
  • comfortable
  • ,
  • easy
  • ,
  • prosperous
  • ,
  • well-fixed
  • ,
  • well-heeled
  • ,
  • well-off
  • ,
  • well-situated
  • ,
  • well-to-do

1. Σε τυχερές συνθήκες οικονομικά

  • Μέτρια πλούσια
  • "Ήταν άνετα ή ακόμα και πλούσια με κάποια πρότυπα"
  • "Εύκολη ζωή"
  • "Μια ευημερούσα οικογένεια"
  • "Η οικογένειά του είναι καλά τοποθετημένη οικονομικά"
  • "Καλά κάνετε μέλη της κοινότητας"
συνώνυμο:
  • άνετος,
  • εύκολος,
  • ευημερούσα,
  • καλά σταθερός,
  • καλοφτιαγμένος,
  • εύπορος,
  • καλά τοποθετημένος,
  • καλό-να κάνω

2. Very lively and profitable

  • "Flourishing businesses"
  • "A palmy time for stockbrokers"
  • "A prosperous new business"
  • "Doing a roaring trade"
  • "A thriving tourist center"
  • "Did a thriving business in orchids"
    synonym:
  • booming
  • ,
  • flourishing
  • ,
  • palmy
  • ,
  • prospering
  • ,
  • prosperous
  • ,
  • roaring
  • ,
  • thriving

2. Πολύ ζωντανό και κερδοφόρο

  • "Ανθίζοντας επιχειρήσεις"
  • "Μια παλιά εποχή για τους χρηματιστές"
  • "Μια ευημερούσα νέα επιχείρηση"
  • "Κάνοντας ένα βρυχηθμό εμπόριο"
  • "Ένα ακμάζον τουριστικό κέντρο"
  • "Κάντε μια ακμάζουσα επιχείρηση στις ορχιδέες"
συνώνυμο:
  • αναπτύσσεται,
  • ανθίζει,
  • παλαμαίος,
  • ευημερεί,
  • ευημερούσα,
  • βρυχώντασ,
  • ακμάζουσα

3. Marked by peace and prosperity

  • "A golden era"
  • "The halcyon days of the clipper trade"
    synonym:
  • golden
  • ,
  • halcyon
  • ,
  • prosperous

3. Χαρακτηρίζεται από ειρήνη και ευημερία

  • "Μια χρυσή εποχή"
  • "Οι ημέρες των αλκυονικών του εμπορίου των κλίπερ"
συνώνυμο:
  • χρυσός,
  • χάλκυον,
  • ευημερούσα

4. Presaging or likely to bring good luck

  • "A favorable time to ask for a raise"
  • "Lucky stars"
  • "A prosperous moment to make a decision"
    synonym:
  • golden
  • ,
  • favorable
  • ,
  • favourable
  • ,
  • lucky
  • ,
  • prosperous

4. Προετοιμασία ή πιθανό να φέρει καλή τύχη

  • "Μια ευνοϊκή στιγμή για να ζητήσετε αύξηση"
  • "Τυχερά αστέρια"
  • "Μια ευημερούσα στιγμή για να πάρετε μια απόφαση"
συνώνυμο:
  • χρυσός,
  • ευνοϊκός,
  • ευνοϊκός,
  • τυχερός,
  • ευημερούσα