Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Prosecution

/prɑsəkjuʃən/

noun

1. The institution and conduct of legal proceedings against a defendant for criminal behavior

    synonym:
  • prosecution
  • ,
  • criminal prosecution

1. Ο θεσμός και η διεξαγωγή δικαστικών διαδικασιών εναντίον εναγόμενου για εγκληματική συμπεριφορά

συνώνυμο:
  • δίωξη,
  • ποινική δίωξη

2. The lawyers acting for the state to put the case against the defendant

    synonym:
  • prosecution

2. Οι δικηγόροι ενεργούν για το κράτος να θέσει την υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου

συνώνυμο:
  • δίωξη

3. The continuance of something begun with a view to its completion

    synonym:
  • pursuance
  • ,
  • prosecution

3. Η συνέχιση κάτι που ξεκίνησε με σκοπό την ολοκλήρωσή του

συνώνυμο:
  • επιδίωξη,
  • δίωξη

Examples of using

The prosecution condemned the defendant for kidnapping a child.
Η εισαγγελία καταδίκασε τον κατηγορούμενο για απαγωγή παιδιού.