Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Proportional

/prəpɔrʃənəl/

noun

1. One of the quantities in a mathematical proportion

    synonym:
  • proportional

1. Μία από τις ποσότητες σε μαθηματική αναλογία

συνώνυμο:
  • αναλογική

adjective

1. Properly related in size or degree or other measurable characteristics

  • Usually followed by `to'
  • "The punishment ought to be proportional to the crime"
  • "Earnings relative to production"
    synonym:
  • proportional
  • ,
  • relative

1. Κατάλληλα σχετιζόμενα σε μέγεθος ή βαθμό ή άλλα μετρήσιμα χαρακτηριστικά

  • Συνήθως ακολουθείται από `να'
  • "Η τιμωρία πρέπει να είναι ανάλογη με το έγκλημα"
  • "Αποτελέσματα σε σχέση με την παραγωγή"
συνώνυμο:
  • αναλογική,
  • σχετικός

2. Having a constant ratio

    synonym:
  • proportional

2. Έχοντας μια σταθερή αναλογία

συνώνυμο:
  • αναλογική