Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Promotional

/prəmoʊʃənəl/

adjective

1. Of or relating to serving as publicity

  • "Promotional fares"
    synonym:
  • promotional

1. Από ή σχετίζονται με την υπηρεσία ως δημοσιότητα

  • "Προωθητικοί ναύλοι"
συνώνυμο:
  • προωθητικόσ

2. Of or relating to advancement

  • "Promotional exams"
    synonym:
  • promotional

2. Από ή σχετίζονται με την πρόοδο

  • "Προωθητικές εξετάσεις"
συνώνυμο:
  • προωθητικόσ