Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Promotion

/prəmoʊʃən/

noun

1. A message issued in behalf of some product or cause or idea or person or institution

  • "The packaging of new ideas"
    synonym:
  • promotion
  • ,
  • publicity
  • ,
  • promotional material
  • ,
  • packaging

1. Μήνυμα που εκδίδεται για λογαριασμό κάποιου προϊόντος ή αιτίας ή ιδέας ή προσώπου ή ιδρύματος

  • "Η συσκευασία των νέων ιδεών"
συνώνυμο:
  • προώθηση,
  • δημοσιότητα,
  • διαφημιστικό υλικό,
  • συσκευασία

2. Act of raising in rank or position

    synonym:
  • promotion

2. Πράξη αύξησης στην κατάταξη ή τη θέση

συνώνυμο:
  • προώθηση

3. Encouragement of the progress or growth or acceptance of something

    synonym:
  • promotion
  • ,
  • furtherance
  • ,
  • advancement

3. Ενθάρρυνση της προόδου ή της ανάπτυξης ή της αποδοχής κάτι

συνώνυμο:
  • προώθηση,
  • προαγωγή,
  • πρόοδος

4. The advancement of some enterprise

  • "His experience in marketing resulted in the forwarding of his career"
    synonym:
  • forwarding
  • ,
  • furtherance
  • ,
  • promotion

4. Η πρόοδος κάποιας επιχείρησης

  • "Η εμπειρία του στο μάρκετινγκ είχε ως αποτέλεσμα την προώθηση της καριέρας του"
συνώνυμο:
  • προώθηση,
  • προαγωγή,
  • προώθηση

Examples of using

Tom's systematic problem-solving skills stood him in good stead for promotion to branch manager.
Οι συστηματικές δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων του Τομ τον στάθηκαν σε καλή θέση για την προώθηση στο διαχειριστή υποκαταστημάτων.
They celebrated Sandra's success in getting a promotion.
Γιορτάζουν την επιτυχία της Σάντρα στην προώθηση.
I assume you've heard about Tom's promotion.
Υποθέτω ότι έχετε ακούσει για την προώθηση του Τομ.