Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Prominence

/prɑmənəns/

noun

1. The state of being prominent: widely known or eminent

    synonym:
  • prominence

1. Η κατάσταση του να είναι εξέχουσα: ευρέως γνωστή ή επιφανής

συνώνυμο:
  • προεξοχή

2. Relative importance

    synonym:
  • prominence

2. Σχετική σημασία

συνώνυμο:
  • προεξοχή

3. Something that bulges out or is protuberant or projects from its surroundings

  • "The gun in his pocket made an obvious bulge"
  • "The hump of a camel"
  • "He stood on the rocky prominence"
  • "The occipital protuberance was well developed"
  • "The bony excrescence between its horns"
    synonym:
  • bulge
  • ,
  • bump
  • ,
  • hump
  • ,
  • swelling
  • ,
  • gibbosity
  • ,
  • gibbousness
  • ,
  • jut
  • ,
  • prominence
  • ,
  • protuberance
  • ,
  • protrusion
  • ,
  • extrusion
  • ,
  • excrescence

3. Κάτι που εκτοξεύεται ή είναι προεξέχον ή προεξέχει από το περιβάλλον του

  • "Το όπλο στην τσέπη του έκανε μια προφανή διόγκωση"
  • "Η καμηλοπάρδαλη"
  • "Στάθηκε στη βραχώδη προεξοχή"
  • "Η ινιακή προεξοχή ήταν καλά ανεπτυγμένη"
  • "Η οστεώδης αφαίρεση μεταξύ των κέρατών της"
συνώνυμο:
  • διόγκωση,
  • πτώση,
  • αναταραχή,
  • οίδημα,
  • αχνότητα,
  • αναλγησία,
  • τζούντα,
  • προεξοχή,
  • προεξοχή,
  • προεξοχή,
  • εξώθηση,
  • εκδορέσ