Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Prohibit

/proʊhɪbət/

verb

1. Command against

  • "I forbid you to call me late at night"
  • "Mother vetoed the trip to the chocolate store"
  • "Dad nixed our plans"
    synonym:
  • forbid
  • ,
  • prohibit
  • ,
  • interdict
  • ,
  • proscribe
  • ,
  • veto
  • ,
  • disallow
  • ,
  • nix

1. Εναντίον

  • "Σου απαγορεύω να μου τηλεφωνήσεις αργά το βράδυ"
  • "Η μητέρα άσκησε βέτο στο ταξίδι στο κατάστημα σοκολάτας"
  • "Ο μπαμπάς ενίσχυσε τα σχέδιά μας"
συνώνυμο:
  • απαγορεύω,
  • απαγορεύω,
  • απαγορεύω,
  • εγγραφείτε,
  • βέβαιο,
  • απαγορεύω,
  • νιξ