Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "progressively" into Greek language

Μετάφραση που σημαίνει & ορισμός της λέξης "προοδευτικά" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Progressively

[Προοδευτικά]
/prɑgrɛsɪvli/

adverb

1. Advancing in amount or intensity

  • "She became increasingly depressed"
    synonym:
  • increasingly
  • ,
  • progressively
  • ,
  • more and more

1. Προχωρώντας σε ποσότητα ή ένταση

  • "Έγινε όλο και πιο καταθλιπτική"
    συνώνυμο:
  • όλο και περισσότερο
  • ,
  • προοδευτικά