Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Professed

/prəfɛst/

adjective

1. Professing to be qualified

  • "A professed philosopher"
    synonym:
  • professed(a)

1. Ομολογώντας ότι είναι κατάλληλος

  • "Ένας φιλόσοφος"
συνώνυμο:
  • ομοεθυσία(

2. Claimed with intent to deceive

  • "His professed intentions"
    synonym:
  • professed(a)

2. Ισχυρίστηκε με πρόθεση να εξαπατήσει

  • "Εκφράζονται οι προθέσεις του"
συνώνυμο:
  • ομοεθυσία(

3. Openly declared as such

  • "An avowed enemy"
  • "Her professed love of everything about that country"
  • "Mckinley was assassinated by a professed anarchist"
    synonym:
  • avowed(a)
  • ,
  • professed(a)

3. Ανοιχτά δηλωμένο ως τέτοιο

  • "Ένας ορκισμένος εχθρός"
  • "Η αγάπη της για τα πάντα σχετικά με αυτή τη χώρα"
  • "Ο μακκίνλεϊ δολοφονήθηκε από έναν αναρχικό"
συνώνυμο:
  • αβοηθητ(α,
  • ομοεθυσία(