Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Profanity

/proʊfænəti/

noun

1. Vulgar or irreverent speech or action

    synonym:
  • profanity

1. Χυδαία ή αδιάφορη ομιλία ή δράση

συνώνυμο:
  • βεβηλότητα