Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Procrastinator

/prəkræstənetər/

noun

1. Someone who postpones work (especially out of laziness or habitual carelessness)

    synonym:
  • procrastinator
  • ,
  • postponer
  • ,
  • cunctator

1. Κάποιος που αναβάλλει εργασία (ειδικά από τεμπελιά ή συνήθη απροσεξία)

συνώνυμο:
  • αναβλητικό,
  • αναβάλλων,
  • ταπετσαρία