Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Proclaim

/proʊklem/

verb

1. Declare formally

  • Declare someone to be something
  • Of titles
  • "He was proclaimed king"
    synonym:
  • proclaim

1. Ανακοινώνω επίσημα

  • Αναφέρετε κάποιον να είναι κάτι
  • Τίτλοι
  • "Ανακηρύχθηκε βασιλιάς"
συνώνυμο:
  • διακηρύσσω

2. State or announce

  • "`i am not a communist,' he exclaimed"
  • "The king will proclaim an amnesty"
    synonym:
  • proclaim
  • ,
  • exclaim
  • ,
  • promulgate

2. Πολιτεία ή ανακοίνωση

  • "Δεν είμαι κομμουνιστής, αναφώνησε"
  • "Ο βασιλιάς θα διακηρύξει αμνηστία"
συνώνυμο:
  • διακηρύσσω,
  • ανακηρύσσω,
  • εκδηλώνω

3. Affirm or declare as an attribute or quality of

  • "The speech predicated the fitness of the candidate to be president"
    synonym:
  • predicate
  • ,
  • proclaim

3. Επιβεβαιώνει ή δηλώνει ως χαρακτηριστικό ή ποιότητα

  • "Η ομιλία προηγήθηκε της ικανότητας του υποψηφίου να είναι πρόεδρος"
συνώνυμο:
  • προλέγω,
  • διακηρύσσω

4. Praise, glorify, or honor

  • "Extol the virtues of one's children"
  • "Glorify one's spouse's cooking"
    synonym:
  • laud
  • ,
  • extol
  • ,
  • exalt
  • ,
  • glorify
  • ,
  • proclaim

4. Δόξα, δόξα ή τιμή

  • "Εξαλείψτε τις αρετές των παιδιών κάποιου"
  • "Χλωρίστε το μαγείρεμα του συζύγου"
συνώνυμο:
  • λαούντ,
  • εξωθώ,
  • υψώνω,
  • δοξάζω,
  • διακηρύσσω