Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Proceeds

/prəsidz/

noun

1. The income or profit arising from such transactions as the sale of land or other property

  • "The average return was about 5%"
    synonym:
  • return
  • ,
  • issue
  • ,
  • take
  • ,
  • takings
  • ,
  • proceeds
  • ,
  • yield
  • ,
  • payoff

1. Το εισόδημα ή το κέρδος που προκύπτει από συναλλαγές όπως η πώληση γης ή άλλης περιουσίας

  • "Η μέση απόδοση ήταν περίπου 5%"
συνώνυμο:
  • επιστροφή,
  • θέμα,
  • παίρνω,
  • παραλαβέσ,
  • έσοδα,
  • απόδοση,
  • αποπληρωμή