Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Probe

/proʊb/

noun

1. An inquiry into unfamiliar or questionable activities

  • "There was a congressional probe into the scandal"
    synonym:
  • probe
  • ,
  • investigation

1. Έρευνα για άγνωστες ή αμφισβητήσιμες δραστηριότητες

  • "Υπήρξε μια έρευνα του κογκρέσου για το σκάνδαλο"
συνώνυμο:
  • ανιχνευτής,
  • έρευνα

2. A flexible slender surgical instrument with a blunt end that is used to explore wounds or body cavities

    synonym:
  • probe

2. Ένα εύκαμπτο λεπτό χειρουργικό όργανο με αμβλύ άκρο που χρησιμοποιείται για την εξερεύνηση πληγών ή κοιλοτήτων του σώματος

συνώνυμο:
  • ανιχνευτής

3. An exploratory action or expedition

    synonym:
  • probe

3. Μια διερευνητική δράση ή αποστολή

συνώνυμο:
  • ανιχνευτής

4. An investigation conducted using a flexible surgical instrument to explore an injury or a body cavity

    synonym:
  • probe

4. Μια έρευνα που διεξήχθη χρησιμοποιώντας ένα εύκαμπτο χειρουργικό εργαλείο για να διερευνήσει έναν τραυματισμό ή μια κοιλότητα του σώματος

συνώνυμο:
  • ανιχνευτής

verb

1. Question or examine thoroughly and closely

    synonym:
  • probe
  • ,
  • examine

1. Ερωτήσεις ή εξετάστε προσεκτικά και προσεκτικά

συνώνυμο:
  • ανιχνευτής,
  • εξετάζω

2. Examine physically with or as if with a probe

  • "Probe an anthill"
    synonym:
  • probe
  • ,
  • dig into
  • ,
  • poke into

2. Εξετάστε φυσικά με ή σαν με έναν ανιχνευτή

  • "Πάμε με έναν μυρμήγκι"
συνώνυμο:
  • ανιχνευτής,
  • εκβάλλω,
  • παρακινώ