Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Printer

/prɪntər/

noun

1. Someone whose occupation is printing

    synonym:
  • printer
  • ,
  • pressman

1. Κάποιος του οποίου το επάγγελμα εκτυπώνεται

συνώνυμο:
  • εκτυπωτής,
  • πίεστμαν

2. (computer science) an output device that prints the results of data processing

    synonym:
  • printer

2. (επιστήμη υπολογιστών) μια συσκευή εξόδου που εκτυπώνει τα αποτελέσματα της επεξεργασίας δεδομένων

συνώνυμο:
  • εκτυπωτής

3. A machine that prints

    synonym:
  • printer
  • ,
  • printing machine

3. Μια μηχανή που εκτυπώνει

συνώνυμο:
  • εκτυπωτής,
  • μηχανή εκτύπωσης

Examples of using

The printer had a paper jam.
Ο εκτυπωτής είχε μια μαρμελάδα χαρτί.
Tom bought a new multifunction printer.
Ο Τομ αγόρασε έναν νέο πολυλειτουργικό εκτυπωτή.
A piece of paper got jammed in the printer and now it doesn't work.
Ένα κομμάτι χαρτί μπλοκαρίστηκε στον εκτυπωτή και τώρα δεν λειτουργεί.