Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "principally" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "κυρίως" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Principally

[Κυρίως]
/prɪnsɪpli/

adverb

1. For the most part

  • "He is mainly interested in butterflies"
    synonym:
  • chiefly
  • ,
  • principally
  • ,
  • primarily
  • ,
  • mainly
  • ,
  • in the main

1. Ως επί το πλείστον

  • "Ενδιαφέρεται κυρίως για τις πεταλούδες"
συνώνυμο:
  • κυρίως,
  • κυρίως,
  • κυρίως,
  • κυρίως,
  • στο κύριο

Examples of using

Jupiter is a planet principally composed of hydrogen and helium.
Ο Δίας είναι ένας πλανήτης που αποτελείται κυρίως από υδρογόνο και ήλιο.