Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Priestess

/pristəs/

noun

1. A woman priest

    synonym:
  • priestess

1. Μια γυναίκα ιερέας

συνώνυμο:
  • ιέρεια