Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pretext

/pritɛkst/

noun

1. Something serving to conceal plans

  • A fictitious reason that is concocted in order to conceal the real reason
    synonym:
  • pretext
  • ,
  • stalking-horse

1. Κάτι που χρησιμεύει για να κρύψει τα σχέδια

  • Ένας φανταστικός λόγος που είναι επινοημένος για να κρύψει τον πραγματικό λόγο
συνώνυμο:
  • πρόσχημα,
  • παραπονιέμαι

2. An artful or simulated semblance

  • "Under the guise of friendship he betrayed them"
    synonym:
  • guise
  • ,
  • pretense
  • ,
  • pretence
  • ,
  • pretext

2. Μια τεχνητή ή προσομοιωμένη ομοιότητα

  • "Υπό το πρόσχημα της φιλίας τους πρόδωσε"
συνώνυμο:
  • αποτυχία,
  • προσποιούμαι,
  • προσποίηση,
  • πρόσχημα

Examples of using

He came to my house on the pretext of seeing me.
Ήρθε στο σπίτι μου με το πρόσχημα ότι με είδε.