Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "pressing" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "πίεση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pressing

[Πιέζοντασ]
/prɛsɪŋ/

noun

1. The act of pressing

  • The exertion of pressure
  • "He gave the button a press"
  • "He used pressure to stop the bleeding"
  • "At the pressing of a button"
    synonym:
  • press
  • ,
  • pressure
  • ,
  • pressing

1. Η πράξη της πίεσης

  • Η άσκηση της πίεσης
  • "Έδωσε στο κουμπί έναν τύπο"
  • "Χρησιμοποίησε πίεση για να σταματήσει η αιμορραγία"
  • "Στο πάτημα ενός κουμπιού"
    συνώνυμο:
  • πατήστε
  • ,
  • πίεση

2. A metal or plastic part that is made by a mechanical press

    synonym:
  • pressing

2. Ένα μεταλλικό ή πλαστικό μέρος που γίνεται από ένα μηχανικό τύπο

    συνώνυμο:
  • πίεση

adjective

1. Compelling immediate action

  • "Too pressing to permit of longer delay"
  • "The urgent words `hurry! hurry!'"
  • "Bridges in urgent need of repair"
    synonym:
  • pressing
  • ,
  • urgent

1. Συναρπαστική άμεση δράση

  • "Πιέζοντας για να επιτρέψει τη μεγαλύτερη καθυστέρηση"
  • "Οι επείγουσες λέξεις `βιαστείτε! βιαστείτε!'"
  • "Γέφυρες που χρειάζονται επείγουσα επισκευή"
    συνώνυμο:
  • πίεση
  • ,
  • επείγον

Examples of using

I have a pressing engagement elsewhere.
Έχω μια πιεστική εμπλοκή αλλού.
Is it something pressing?
Είναι κάτι πιεστικό?
The matter is really pressing.
Το θέμα είναι πραγματικά πιεστικό.