Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Preposterous

/prɪpɑstərəs/

adjective

1. Incongruous

  • Inviting ridicule
  • "The absurd excuse that the dog ate his homework"
  • "That's a cockeyed idea"
  • "Ask a nonsensical question and get a nonsensical answer"
  • "A contribution so small as to be laughable"
  • "It is ludicrous to call a cottage a mansion"
  • "A preposterous attempt to turn back the pages of history"
  • "Her conceited assumption of universal interest in her rather dull children was ridiculous"
    synonym:
  • absurd
  • ,
  • cockeyed
  • ,
  • derisory
  • ,
  • idiotic
  • ,
  • laughable
  • ,
  • ludicrous
  • ,
  • nonsensical
  • ,
  • preposterous
  • ,
  • ridiculous

1. Ασυμφωνία

  • Προσκαλώντας γελοιοποίηση
  • "Η παράλογη δικαιολογία ότι ο σκύλος έφαγε την εργασία του"
  • "Αυτή είναι μια συγκεκαλυμμένη ιδέα"
  • "Κάντε μια παράλογη ερώτηση και πάρτε μια παράλογη απάντηση"
  • "Μια συμβολή τόσο μικρή ώστε να είναι γελοία"
  • "Είναι γελοίο να αποκαλείτε ένα εξοχικό σπίτι ένα αρχοντικό"
  • "Μια παράλογη προσπάθεια να γυρίσουμε πίσω τις σελίδες της ιστορίας"
  • "Η επιθυμητή υπόθεση της παγκόσμιου ενδιαφέροντος για τα μάλλον θαμπά παιδιά της ήταν γελοία"
συνώνυμο:
  • παράλογοσ,
  • παραπλανημένοσ,
  • αποτρόπαιο,
  • ηλίθιος,
  • γελαστόσ,
  • γελοίος,
  • ανόητοσ,
  • παράλογοσ,
  • γελοίο