Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Premiere

/prɛmɪr/

noun

1. The first public performance of a play or movie

    synonym:
  • premiere

1. Η πρώτη δημόσια παράσταση ενός έργου ή μιας ταινίας

συνώνυμο:
  • πρεμιέρα

verb

1. Be performed for the first time

  • "We premiered the opera of the young composer and it was a critical success"
    synonym:
  • premier
  • ,
  • premiere

1. Πραγματοποιείται για πρώτη φορά

  • "Κάναμε πρεμιέρα στην όπερα του νεαρού συνθέτη και ήταν μια κρίσιμη επιτυχία"
συνώνυμο:
  • πρωθυπουργός,
  • πρεμιέρα

2. Perform a work for the first time

    synonym:
  • premier
  • ,
  • premiere

2. Εκτελέστε μια εργασία για πρώτη φορά

συνώνυμο:
  • πρωθυπουργός,
  • πρεμιέρα

adjective

1. Preceding all others in time

  • "The premiere showing"
    synonym:
  • premier
  • ,
  • premiere

1. Προηγείται όλων των άλλων εγκαίρως

  • "Η πρεμιέρα που δείχνει"
συνώνυμο:
  • πρωθυπουργός,
  • πρεμιέρα