Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Practiced

/præktəst/

adjective

1. Having or showing knowledge and skill and aptitude

  • "Adept in handicrafts"
  • "An adept juggler"
  • "An expert job"
  • "A good mechanic"
  • "A practiced marksman"
  • "A proficient engineer"
  • "A lesser-known but no less skillful composer"
  • "The effect was achieved by skillful retouching"
    synonym:
  • adept
  • ,
  • expert
  • ,
  • good
  • ,
  • practiced
  • ,
  • proficient
  • ,
  • skillful
  • ,
  • skilful

1. Έχοντας ή δείχνοντας γνώση και ικανότητα και ικανότητα

  • "Πρόσληψη σε χειροτεχνήματα"
  • "Ένας έμπειρος ζογκλέρ"
  • "Εξειδικευμένη εργασία"
  • "Ένας καλός μηχανικός"
  • "Ένας εξασκημένος σκοπευτής"
  • "Ένας ικανός μηχανικός"
  • "Ένας λιγότερο γνωστός αλλά όχι λιγότερο επιδέξιος συνθέτης"
  • "Το αποτέλεσμα επιτεύχθηκε με επιδέξια ρετουσάρισμα"
συνώνυμο:
  • προσεκτικόσ,
  • εμπειρογνώμονας,
  • καλός,
  • ασκείται,
  • ικανός,
  • επιδέξιος,
  • επιδέξιοσ

2. Skillful after much practice

    synonym:
  • practiced
  • ,
  • practised

2. Επιδέξιος μετά από πολλή πρακτική

συνώνυμο:
  • ασκείται,
  • εφαρμόζεται

Examples of using

Tom practiced his scales all day.
Ο Τομ ασκούσε τις ζυγαριές του όλη την ημέρα.
Tom has practiced medicine here for thirty years.
Ο Τομ έχει ασκήσει την ιατρική εδώ και τριάντα χρόνια.
Not a day passed but I practiced playing the piano.
Δεν πέρασε ούτε μια μέρα, αλλά έπαιζα πιάνο.