Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Postnatal

/poʊstnetəl/

adjective

1. Occurring immediately after birth

  • "Postnatal development"
    synonym:
  • postnatal
  • ,
  • postpartum

1. Εμφανίζεται αμέσως μετά τη γέννηση

  • "Μεταγεννητική ανάπτυξη"
συνώνυμο:
  • μεταγεννητική,
  • μετά τον τοκετό

Examples of using

Mary suffered from severe postnatal depression after the birth of her first child.
Η Μαρία υπέφερε από σοβαρή μεταγεννητική κατάθλιψη μετά τη γέννηση του πρώτου της παιδιού.