Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Placate

/pleket/

verb

1. Cause to be more favorably inclined

  • Gain the good will of
  • "She managed to mollify the angry customer"
    synonym:
  • pacify
  • ,
  • lenify
  • ,
  • conciliate
  • ,
  • assuage
  • ,
  • appease
  • ,
  • mollify
  • ,
  • placate
  • ,
  • gentle
  • ,
  • gruntle

1. Αιτία να είναι πιο ευνοϊκά κεκλιμένος

  • Κερδίστε την καλή θέληση του
  • "Κατάφερε να μαλακώσει τον θυμωμένο πελάτη"
συνώνυμο:
  • ειρηνεύω,
  • λενινοποιώ,
  • συμφιλιώνω,
  • αναλύσει,
  • κατευνάζω,
  • μαλακώνω,
  • πλακούντα,
  • απαλός,
  • παλλόμενοσ