Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pitch

/pɪʧ/

noun

1. The property of sound that varies with variation in the frequency of vibration

    synonym:
  • pitch

1. Η ιδιότητα του ήχου που ποικίλλει ανάλογα με τη διακύμανση της συχνότητας της δόνησης

συνώνυμο:
  • πίσσα

2. (baseball) the act of throwing a baseball by a pitcher to a batter

    synonym:
  • pitch
  • ,
  • delivery

2. (βασεμπολ) η πράξη της ρίψης ενός μπέιζμπολ από μια στάμνα σε ένα κτύπημα

συνώνυμο:
  • πίσσα,
  • παράδοση

3. A vendor's position (especially on the sidewalk)

  • "He was employed to see that his paper's news pitches were not trespassed upon by rival vendors"
    synonym:
  • pitch

3. Θέση ενός προμηθευτή (ειδικά στο πεζοδρόμιο)

  • "Απασχολήθηκε για να δει ότι οι ειδήσεις της εφημερίδας του δεν καταπατήθηκαν από αντίπαλους πωλητές"
συνώνυμο:
  • πίσσα

4. Promotion by means of an argument and demonstration

    synonym:
  • sales talk
  • ,
  • sales pitch
  • ,
  • pitch

4. Προώθηση μέσω επιχειρήματος και επίδειξης

συνώνυμο:
  • ομιλία πωλήσεων,
  • βήμα πώλησης,
  • πίσσα

5. Degree of deviation from a horizontal plane

  • "The roof had a steep pitch"
    synonym:
  • pitch
  • ,
  • rake
  • ,
  • slant

5. Βαθμός απόκλισης από οριζόντιο επίπεδο

  • "Η οροφή είχε ένα απότομο γήπεδο"
συνώνυμο:
  • πίσσα,
  • τσουγκράνα,
  • πλάγια

6. Any of various dark heavy viscid substances obtained as a residue

    synonym:
  • pitch
  • ,
  • tar

6. Οποιαδήποτε από τις διάφορες σκούρες βαριές ιξώδεις ουσίες που λαμβάνονται ως υπόλειμμα

συνώνυμο:
  • πίσσα,
  • πίσσα

7. A high approach shot in golf

    synonym:
  • pitch
  • ,
  • pitch shot

7. Μια υψηλή προσέγγιση που πυροβολήθηκε στο γκολφ

συνώνυμο:
  • πίσσα,
  • πυροβολισμός

8. An all-fours game in which the first card led is a trump

    synonym:
  • pitch
  • ,
  • auction pitch

8. Ένα παιχνίδι στο οποίο οδήγησε η πρώτη κάρτα είναι ένα ατού

συνώνυμο:
  • πίσσα,
  • πίσσα δημοπρασίας

9. Abrupt up-and-down motion (as caused by a ship or other conveyance)

  • "The pitching and tossing was quite exciting"
    synonym:
  • lurch
  • ,
  • pitch
  • ,
  • pitching

9. Απότομη κίνηση προς τα πάνω και προς τα κάτω (α που προκαλείται από πλοίο ή άλλη μεταφορά)

  • "Το βήμα και το πέταγμα ήταν αρκετά συναρπαστικό"
συνώνυμο:
  • λαγκ,
  • πίσσα,
  • πίσσα

10. The action or manner of throwing something

  • "His pitch fell short and his hat landed on the floor"
    synonym:
  • pitch

10. Η δράση ή ο τρόπος να ρίχνεις κάτι

  • "Το γήπεδο του έπεσε κοντά και το καπέλο του προσγειώθηκε στο πάτωμα"
συνώνυμο:
  • πίσσα

verb

1. Throw or toss with a light motion

  • "Flip me the beachball"
  • "Toss me newspaper"
    synonym:
  • flip
  • ,
  • toss
  • ,
  • sky
  • ,
  • pitch

1. Ρίξτε ή πετάξτε με μια ελαφριά κίνηση

  • "Γυρίστε μου το παραλιακό βουνό"
  • "Αφήστε με εφημερίδα"
συνώνυμο:
  • αναστρέφω,
  • τσαντ,
  • ουρανός,
  • πίσσα

2. Move abruptly

  • "The ship suddenly lurched to the left"
    synonym:
  • lurch
  • ,
  • pitch
  • ,
  • shift

2. Κινηθείτε απότομα

  • "Το πλοίο πήγε ξαφνικά προς τα αριστερά"
συνώνυμο:
  • λαγκ,
  • πίσσα,
  • μετατόπιση

3. Fall or plunge forward

  • "She pitched over the railing of the balcony"
    synonym:
  • pitch

3. Πέφτω ή βυθίζω προς τα εμπρός

  • "Ράγησε πάνω από το κιγκλίδωμα του μπαλκονιού"
συνώνυμο:
  • πίσσα

4. Set to a certain pitch

  • "He pitched his voice very low"
    synonym:
  • pitch

4. Παραμένω σε ένα συγκεκριμένο γήπεδο

  • "Κατέστρεψε τη φωνή του πολύ χαμηλά"
συνώνυμο:
  • πίσσα

5. Sell or offer for sale from place to place

    synonym:
  • peddle
  • ,
  • monger
  • ,
  • huckster
  • ,
  • hawk
  • ,
  • vend
  • ,
  • pitch

5. Πώληση ή προσφορά προς πώληση από τόπο σε τόπο

συνώνυμο:
  • πετάω,
  • μάγκερ,
  • παπαγάλοσ,
  • γεράκι,
  • προμηθευτής,
  • πίσσα

6. Be at an angle

  • "The terrain sloped down"
    synonym:
  • slope
  • ,
  • incline
  • ,
  • pitch

6. Είμαι υπό γωνία

  • "Το έδαφος κατέρρευσε"
συνώνυμο:
  • κλίση,
  • κλίση,
  • πίσσα

7. Heel over

  • "The tower is tilting"
  • "The ceiling is slanting"
    synonym:
  • cant
  • ,
  • cant over
  • ,
  • tilt
  • ,
  • slant
  • ,
  • pitch

7. Τακούνι

  • "Ο πύργος γέρνει"
  • "Το ταβάνι κλίνει"
συνώνυμο:
  • δεν μπορώ,
  • παρακαλώ,
  • κλίση,
  • πλάγια,
  • πίσσα

8. Erect and fasten

  • "Pitch a tent"
    synonym:
  • pitch
  • ,
  • set up

8. Όρθιος και στερεώνει

  • "Βάλτε μια σκηνή"
συνώνυμο:
  • πίσσα,
  • στήνω

9. Throw or hurl from the mound to the batter, as in baseball

  • "The pitcher delivered the ball"
    synonym:
  • deliver
  • ,
  • pitch

9. Ρίξτε ή βιαστείτε από το ανάχωμα στο κτύπημα, όπως στο μπέιζμπολ

  • "Η στάμνα παρέδωσε την μπάλα"
συνώνυμο:
  • παραδίδω,
  • πίσσα

10. Hit (a golf ball) in a high arc with a backspin

    synonym:
  • pitch

10. Χτύπησε (α γκολφ μπάλ) σε ένα ψηλό τόξο με μια πίσω πτέρυγα

συνώνυμο:
  • πίσσα

11. Lead (a card) and establish the trump suit

    synonym:
  • pitch

11. Μόλυβδος (α και δημιουργήστε το κοστούμι ατού

συνώνυμο:
  • πίσσα

12. Set the level or character of

  • "She pitched her speech to the teenagers in the audience"
    synonym:
  • gear
  • ,
  • pitch

12. Ορίστε το επίπεδο ή το χαρακτήρα του

  • "Έβαλε την ομιλία της στους εφήβους στο κοινό"
συνώνυμο:
  • εργαλείο,
  • πίσσα

Examples of using

Let's all pitch in and get the work done.
Ας μπούμε όλοι μέσα και ας ολοκληρώσουμε τη δουλειά.
Where should we pitch the tent?
Πού πρέπει να πετάξουμε τη σκηνή?
Whose idea was it to pitch the tent here?
Ποιανού ιδέα ήταν να βάλουμε τη σκηνή εδώ?