Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pirate

/paɪrət/

noun

1. Someone who uses another person's words or ideas as if they were his own

    synonym:
  • plagiarist
  • ,
  • plagiarizer
  • ,
  • plagiariser
  • ,
  • literary pirate
  • ,
  • pirate

1. Κάποιος που χρησιμοποιεί τα λόγια ή τις ιδέες ενός άλλου ατόμου σαν να ήταν δικά του

συνώνυμο:
  • λογοκλοπήσ,
  • λογοκλοπήσ,
  • λογοκλοπήσ,
  • λογοτεχνικός πειρατής,
  • πειρατής

2. Someone who robs at sea or plunders the land from the sea without having a commission from any sovereign nation

    synonym:
  • pirate
  • ,
  • buccaneer
  • ,
  • sea robber
  • ,
  • sea rover

2. Κάποιος που κλέβει στη θάλασσα ή λεηλατεί τη γη από τη θάλασσα χωρίς να έχει προμήθεια από κανένα κυρίαρχο έθνος

συνώνυμο:
  • πειρατής,
  • παρακινητήσ,
  • ληστής της θάλασσας,
  • θαλάσσιο ποτό

3. A ship that is manned by pirates

    synonym:
  • pirate
  • ,
  • pirate ship

3. Ένα πλοίο επανδρωμένο από πειρατές

συνώνυμο:
  • πειρατής,
  • πειρατικό πλοίο

verb

1. Copy illegally

  • Of published material
    synonym:
  • pirate

1. Αντιγράψτε παράνομα

  • Από δημοσιευμένο υλικό
συνώνυμο:
  • πειρατής

2. Take arbitrarily or by force

  • "The cubans commandeered the plane and flew it to miami"
    synonym:
  • commandeer
  • ,
  • hijack
  • ,
  • highjack
  • ,
  • pirate

2. Πάρτε αυθαίρετα ή με τη βία

  • "Οι κουβανοί επιτάχθηκαν στο αεροπλάνο και το πέταξαν στο μαϊάμι"
συνώνυμο:
  • διοικητήσ,
  • αεροπειρατεία,
  • λακτζάκησ,
  • πειρατής

Examples of using

Tom was dressed like a pirate.
Ο Τομ ήταν ντυμένος σαν πειρατής.
She wore a pirate costume for Halloween.
Φόρεσε ένα κοστούμι πειρατών για τις Απόκριες.
She's the pirate queen.
Είναι η βασίλισσα των πειρατών.