Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pine

/paɪn/

noun

1. A coniferous tree

    synonym:
  • pine
  • ,
  • pine tree
  • ,
  • true pine

1. Ένα κωνοφόρο δέντρο

συνώνυμο:
  • πεύκο,
  • πεύκο,
  • αληθινό πεύκο

2. Straight-grained durable and often resinous white to yellowish timber of any of numerous trees of the genus pinus

    synonym:
  • pine

2. Ανθεκτική και συχνά ρητινώδης λευκή έως κιτρινωπή ξυλεία οποιουδήποτε από τα πολυάριθμα δέντρα του γένους

συνώνυμο:
  • πεύκο

verb

1. Have a desire for something or someone who is not present

  • "She ached for a cigarette"
  • "I am pining for my lover"
    synonym:
  • ache
  • ,
  • yearn
  • ,
  • yen
  • ,
  • pine
  • ,
  • languish

1. Να έχετε μια επιθυμία για κάτι ή κάποιον που δεν είναι παρών

  • "Πονούσε για ένα τσιγάρο"
  • "Γυρνάω για τον εραστή μου"
συνώνυμο:
  • πόνος,
  • λαχταρώ,
  • γιεν,
  • πεύκο,
  • μαραζώνω

Examples of using

"You should suck my dick astride in a pine by moonlight" "...WHAT?"
"Θα πρέπει να πιπιλίζουν το πουλί μου αστρίδα σε ένα πεύκο από το φως του φεγγαριού" "...ΤΙ?"
She likes the smell of pine trees.
Της αρέσει η μυρωδιά των πεύκων.
The cones of the jack pine, for example, do not readily open to release their seeds until they have been subjected to great heat.
Οι κώνοι του πεύκου, για παράδειγμα, δεν ανοίγουν εύκολα για να απελευθερώσουν τους σπόρους τους μέχρι να υποστούν μεγάλη θερμότητα.