Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Piety

/paɪəti/

noun

1. Righteousness by virtue of being pious

    synonym:
  • piety
  • ,
  • piousness

1. Δικαιοσύνη λόγω του να είσαι ευσεβής

συνώνυμο:
  • ευσέβεια,
  • ευσέβεια