Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Phenomenon

/fənɑmənɑn/

noun

1. Any state or process known through the senses rather than by intuition or reasoning

    synonym:
  • phenomenon

1. Οποιαδήποτε κατάσταση ή διαδικασία γνωστή μέσω των αισθήσεων και όχι με διαίσθηση ή συλλογιστική

συνώνυμο:
  • φαινόμενο

2. A remarkable development

    synonym:
  • phenomenon

2. Μια αξιοσημείωτη εξέλιξη

συνώνυμο:
  • φαινόμενο

Examples of using

Is it a phenomenon, or a noumenon?
Είναι ένα φαινόμενο ή ένα νούμενο?
This phenomenon is very easy to explain.
Το φαινόμενο αυτό είναι πολύ εύκολο να εξηγηθεί.
More information is needed to recognize an unexpected phenomenon.
Χρειάζονται περισσότερες πληροφορίες για να αναγνωριστεί ένα απροσδόκητο φαινόμενο.