Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Phenomenal

/fənɑmənəl/

adjective

1. Of or relating to a phenomenon

  • "Phenomenal science"
    synonym:
  • phenomenal

1. Από ή σχετίζονται με ένα φαινόμενο

  • "Φαινομενική επιστήμη"
συνώνυμο:
  • φαινομενικόσ

2. Exceedingly or unbelievably great

  • "The bomb did fantastic damage"
  • "Samson is supposed to have had fantastic strength"
  • "Phenomenarl feats of memory"
    synonym:
  • phenomenal

2. Υπερβολικά ή απίστευτα μεγάλη

  • "Η βόμβα έκανε φανταστική ζημιά"
  • "Ο σάμσον υποτίθεται ότι είχε φανταστική δύναμη"
  • "Φαινόμενακατορθώματα της μνήμης"
συνώνυμο:
  • φαινομενικόσ

Examples of using

Sentences are being added to Tatoeba at a phenomenal rate.
Οι καταδίκες προστίθενται στην Τατίμπα με φαινομενικό ρυθμό.
My questions concern the phenomenal world.
Οι ερωτήσεις μου αφορούν τον φαινομενικό κόσμο.