Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Perspective

/pərspɛktɪv/

noun

1. A way of regarding situations or topics etc.

  • "Consider what follows from the positivist view"
    synonym:
  • position
  • ,
  • view
  • ,
  • perspective

1. Ένας τρόπος αναφορικά με καταστάσεις ή θέματα κ.λπ.

  • "Θεωρήστε τι προκύπτει από τη θετικιστική άποψη"
συνώνυμο:
  • θέση,
  • προβολή,
  • προοπτική

2. The appearance of things relative to one another as determined by their distance from the viewer

    synonym:
  • perspective
  • ,
  • linear perspective

2. Η εμφάνιση των πραγμάτων σε σχέση μεταξύ τους καθορίζεται από την απόστασή τους από τον θεατή

συνώνυμο:
  • προοπτική,
  • γραμμική προοπτική

Examples of using

Everything we hear is an opinion, not a fact. Everything we see is a perspective, not the truth.
Όλα όσα ακούμε είναι μια γνώμη, όχι ένα γεγονός. Όλα όσα βλέπουμε είναι μια προοπτική, όχι η αλήθεια.
His unique perspective helped shed light on the situation.
Η μοναδική προοπτική του βοήθησε να ρίξει φως στην κατάσταση.
As he grew up, he learned to put things in perspective.
Καθώς μεγάλωσε, έμαθε να βάζει τα πράγματα σε μια προοπτική.