Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Perplexity

/pərplɛksəti/

noun

1. Trouble or confusion resulting from complexity

    synonym:
  • perplexity

1. Πρόβλημα ή σύγχυση που προκύπτει από την πολυπλοκότητα

συνώνυμο:
  • περιπλοκή