Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Permit

/pərmɪt/

noun

1. A legal document giving official permission to do something

    synonym:
  • license
  • ,
  • licence
  • ,
  • permit

1. Ένα νομικό έγγραφο που δίνει επίσημη άδεια να κάνει κάτι

συνώνυμο:
  • άδεια,
  • άδεια,
  • άδεια

2. The act of giving a formal (usually written) authorization

    synonym:
  • license
  • ,
  • permission
  • ,
  • permit

2. Η πράξη της χορήγησης μιας επίσημης (συνήθως γραπτή) άδεια

συνώνυμο:
  • άδεια,
  • άδεια,
  • άδεια

3. Large game fish

  • Found in waters of the west indies
    synonym:
  • permit
  • ,
  • Trachinotus falcatus

3. Μεγάλα ψάρια παιχνιδιών

  • Βρέθηκε στα νερά των δυτικών ινδιών
συνώνυμο:
  • άδεια,
  • Τραχινότος φάλκατος

verb

1. Consent to, give permission

  • "She permitted her son to visit her estranged husband"
  • "I won't let the police search her basement"
  • "I cannot allow you to see your exam"
    synonym:
  • permit
  • ,
  • allow
  • ,
  • let
  • ,
  • countenance

1. Συγκατάθεση, δώστε άδεια

  • "Επέτρεψε στο γιο της να επισκεφθεί τον αποξενωμένο σύζυγό της"
  • "Δεν θα αφήσω την αστυνομία να ψάξει το υπόγειό της"
  • "Δεν μπορώ να σας επιτρέψω να δείτε τις εξετάσεις σας"
συνώνυμο:
  • άδεια,
  • επιτρέπω,
  • αφήστε,
  • όψη

2. Make it possible through a specific action or lack of action for something to happen

  • "This permits the water to rush in"
  • "This sealed door won't allow the water come into the basement"
  • "This will permit the rain to run off"
    synonym:
  • let
  • ,
  • allow
  • ,
  • permit

2. Καταστήστε δυνατή μέσω μιας συγκεκριμένης δράσης ή έλλειψης δράσης για να συμβεί κάτι

  • "Αυτό επιτρέπει στο νερό να βιαστεί"
  • "Αυτή η σφραγισμένη πόρτα δεν θα επιτρέψει στο νερό να έρθει στο υπόγειο"
  • "Αυτό θα επιτρέψει στη βροχή να τρέξει"
συνώνυμο:
  • αφήστε,
  • επιτρέπω,
  • άδεια

3. Allow the presence of or allow (an activity) without opposing or prohibiting

  • "We don't allow dogs here"
  • "Children are not permitted beyond this point"
  • "We cannot tolerate smoking in the hospital"
    synonym:
  • allow
  • ,
  • permit
  • ,
  • tolerate

3. Επιτρέψτε την παρουσία ή επιτρέψτε τη δραστηριότητα (ανή χωρίς να αντιταχθείτε ή να απαγορεύσετε

  • "Δεν επιτρέπουμε τα σκυλιά εδώ"
  • "Τα παιδιά δεν επιτρέπονται πέρα από αυτό το σημείο"
  • "Δεν μπορούμε να ανεχτούμε το κάπνισμα στο νοσοκομείο"
συνώνυμο:
  • επιτρέπω,
  • άδεια,
  • ανέχεται

Examples of using

I do not need a residense permit because I am from Iceland.
Δεν χρειάζομαι άδεια διαμονής γιατί είμαι από την Ισλανδία.
I wouldn't permit such familiarity.
Δεν θα επέτρεπα τέτοια οικειότητα.
You'll have to get a permit to visit that factory.
Θα πρέπει να πάρετε μια άδεια για να επισκεφθείτε αυτό το εργοστάσιο.