Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Permanent

/pərmənənt/

noun

1. A series of waves in the hair made by applying heat and chemicals

    synonym:
  • permanent wave
  • ,
  • permanent
  • ,
  • perm

1. Μια σειρά από κύματα στα μαλλιά που γίνονται με την εφαρμογή θερμότητας και χημικών ουσιών

συνώνυμο:
  • μόνιμο κύμα,
  • μόνιμος,
  • περμανήσ

adjective

1. Continuing or enduring without marked change in status or condition or place

  • "Permanent secretary to the president"
  • "Permanent address"
  • "Literature of permanent value"
    synonym:
  • permanent
  • ,
  • lasting

1. Συνεχής ή διαρκής χωρίς σημαντική αλλαγή στην κατάσταση ή την κατάσταση ή τον τόπο

  • "Μόνιμος γραμματέας του προέδρου"
  • "Μόνιμη διεύθυνση"
  • "Λογοτεχνία μόνιμης αξίας"
συνώνυμο:
  • μόνιμος,
  • διαρκής

2. Not capable of being reversed or returned to the original condition

  • "Permanent brain damage"
    synonym:
  • permanent

2. Δεν είναι σε θέση να αντιστραφεί ή να επιστραφεί στην αρχική κατάσταση

  • "Μόνιμη εγκεφαλική βλάβη"
συνώνυμο:
  • μόνιμος

Examples of using

Without knowing what may happen tomorrow, I live in permanent fear.
Χωρίς να ξέρω τι μπορεί να συμβεί αύριο, ζω με μόνιμο φόβο.
Is your job permanent?
Είναι η δουλειά σας μόνιμη?
Absolutely nothing is permanent in life.
Τίποτα δεν είναι μόνιμο στη ζωή.