Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Permanence

/pərmənəns/

noun

1. The property of being able to exist for an indefinite duration

    synonym:
  • permanence
  • ,
  • permanency

1. Η ιδιότητα του να είναι σε θέση να υπάρχει για αόριστη διάρκεια

συνώνυμο:
  • μονιμότητα,
  • μονιμότητα