Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Penthouse

/pɛnthaʊs/

noun

1. An apartment located on the top floors of a building

    synonym:
  • penthouse

1. Ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στους επάνω ορόφους ενός κτιρίου

συνώνυμο:
  • ρετιρέ