Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Peerless

/pɪrlɪs/

adjective

1. Eminent beyond or above comparison

  • "Matchless beauty"
  • "The team's nonpareil center fielder"
  • "She's one girl in a million"
  • "The one and only muhammad ali"
  • "A peerless scholar"
  • "Infamy unmatched in the western world"
  • "Wrote with unmatchable clarity"
  • "Unrivaled mastery of her art"
    synonym:
  • matchless
  • ,
  • nonpareil
  • ,
  • one(a)
  • ,
  • one and only(a)
  • ,
  • peerless
  • ,
  • unmatched
  • ,
  • unmatchable
  • ,
  • unrivaled
  • ,
  • unrivalled

1. Πέρα από ή πάνω από τη σύγκριση

  • "Ατελείωτη ομορφιά"
  • "Το κέντρο της ομάδας δεν είναι παρατηρητής"
  • "Είναι ένα κορίτσι στο εκατομμύριο"
  • "Ο ένας και μοναδικός μοχάμεντ άλι"
  • "Ένας απαράμιλλος λόγιος"
  • "Απαράμιλλος στον δυτικό κόσμο"
  • "Έγραψε με ασύγκριτη σαφήνεια"
  • "Ασυναγώνιστη γνώση της τέχνης της"
συνώνυμο:
  • απαράμιλλοσ,
  • εννεπίπεδη,
  • ον(Α),
  • ένα και μόνο (,
  • απαράμιλλοσ,
  • απαράμιλλοσ,
  • ασύγκριτοσ,
  • ασυναγώνιστοσ,
  • ασυναγώνιστοσ