Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Peeling

/pilɪŋ/

noun

1. Loss of bits of outer skin by peeling or shedding or coming off in scales

    synonym:
  • desquamation
  • ,
  • peeling
  • ,
  • shedding

1. Απώλεια των κομματιών του εξωτερικού δέρματος με το ξεφλούδισμα ή την αποβολή ή την απομάκρυνση σε κλίμακες

συνώνυμο:
  • απολέπιση,
  • ξεφλούδισμα,
  • αποβολή

Examples of using

I cut my little finger peeling potatoes.
Έκοψα το μικρό μου δάχτυλο να ξεφλουδίζει τις πατάτες.
The paint is peeling off the weather-beaten wall.
Το χρώμα ξεφλουδίζει από τον τοίχο με καιρικές συνθήκες.