Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pedantry

/pɛdəntri/

noun

1. An ostentatious and inappropriate display of learning

    synonym:
  • pedantry

1. Μια επιδεικτική και ακατάλληλη επίδειξη της μάθησης

συνώνυμο:
  • πεντάντρι