Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Peasantry

/pɛzəntri/

noun

1. The class of peasants

    synonym:
  • peasantry

1. Η τάξη των αγροτών

συνώνυμο:
  • αγροτιά