Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pearl

/pərl/

noun

1. A smooth lustrous round structure inside the shell of a clam or oyster

  • Much valued as a jewel
    synonym:
  • pearl

1. Μια ομαλή λαμπερή στρογγυλή δομή μέσα στο κέλυφος ενός αχιβάδα ή ενός στρειδιού

  • Πολύ αξιόλογο ως κόσμημα
συνώνυμο:
  • μαργαριτάρι

2. A shade of white the color of bleached bones

    synonym:
  • bone
  • ,
  • ivory
  • ,
  • pearl
  • ,
  • off-white

2. Μια απόχρωση του λευκού το χρώμα των λευκασμένων οστών

συνώνυμο:
  • οστό,
  • ελεφαντόδοντο,
  • μαργαριτάρι,
  • εκτός λευκού

3. A shape that is spherical and small

  • "He studied the shapes of low-viscosity drops"
  • "Beads of sweat on his forehead"
    synonym:
  • drop
  • ,
  • bead
  • ,
  • pearl

3. Ένα σχήμα που είναι σφαιρικό και μικρό

  • "Μελέτησε τα σχήματα των σταγόνων χαμηλού ιξώδους"
  • "Χάνια ιδρώτα στο μέτωπό του"
συνώνυμο:
  • πτώση,
  • χάντρα,
  • μαργαριτάρι

verb

1. Gather pearls, from oysters in the ocean

    synonym:
  • pearl

1. Μαζέψτε μαργαριτάρια, από στρείδια στον ωκεανό

συνώνυμο:
  • μαργαριτάρι

Examples of using

She tried to persuade him to buy her a pearl necklace.
Προσπάθησε να τον πείσει να της αγοράσει ένα μαργαριτάρι κολιέ.
I gave my sister a pearl necklace on her birthday.
Έδωσα στην αδελφή μου ένα μαργαριτάρι κολιέ για τα γενέθλιά της.
The jeweler mounted a big pearl in the brooch.
Ο κοσμηματοπώλης τοποθέτησε ένα μεγάλο μαργαριτάρι στην καρφίτσα.