Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pave

/pev/

noun

1. A setting with precious stones so closely set that no metal shows

    synonym:
  • pave

1. Ένα σκηνικό με πολύτιμους λίθους τόσο στενά σετ που κανένα μέταλλο δεν δείχνει

συνώνυμο:
  • περιπλανώμαι

verb

1. Cover with a material such as stone or concrete to make suitable for vehicle traffic

  • "Pave the roads in the village"
    synonym:
  • pave

1. Καλύψτε με ένα υλικό όπως η πέτρα ή το σκυρόδεμα για να καταστήσετε κατάλληλο για την κυκλοφορία οχημάτων

  • "Ανοίξτε τους δρόμους στο χωριό"
συνώνυμο:
  • περιπλανώμαι