Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Patronizing

/petrənaɪzɪŋ/

adjective

1. (used of behavior or attitude) characteristic of those who treat others with condescension

    synonym:
  • arch
  • ,
  • condescending
  • ,
  • patronizing
  • ,
  • patronising

1. (χρησιμοποιείται για συμπεριφορά ή στάση) χαρακτηριστικό εκείνων που αντιμετωπίζουν τους άλλους με συγκατάθεση

συνώνυμο:
  • αψίδα,
  • συγκαταβατικόσ,
  • υποστηρικτική,
  • πατρονάρουν