Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pathogenic

/pæθəʤɛnɪk/

adjective

1. Able to cause disease

  • "Infective agents"
  • "Pathogenic bacteria"
    synonym:
  • infective
  • ,
  • morbific
  • ,
  • pathogenic

1. Ικανό να προκαλέσει ασθένεια

  • "Μολυσματικοί παράγοντες"
  • "Παθογόνα βακτήρια"
συνώνυμο:
  • μολυσματικόσ,
  • νοσηρός,
  • παθογόνοσ