Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pastime

/pæstaɪm/

noun

1. A diversion that occupies one's time and thoughts (usually pleasantly)

  • "Sailing is her favorite pastime"
  • "His main pastime is gambling"
  • "He counts reading among his interests"
  • "They criticized the boy for his limited pursuits"
    synonym:
  • pastime
  • ,
  • interest
  • ,
  • pursuit

1. Μια εκτροπή που καταλαμβάνει το χρόνο και τις σκέψεις κάποιου (συνήθως ευχάριστα)

  • "Η ιστιοπλοΐα είναι το αγαπημένο της χόμπι"
  • "Το κύριο χόμπι του είναι το παιχνίδι"
  • "Μετράει την ανάγνωση μεταξύ των συμφερόντων του"
  • "Επέκριναν το αγόρι για τις περιορισμένες επιδιώξεις του"
συνώνυμο:
  • χόμπι,
  • ενδιαφέρον,
  • επιδίωξη

Examples of using

My favorite pastime is strolling along the shore.
Το αγαπημένο μου χόμπι είναι να περπατάω κατά μήκος της ακτής.