Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Paste

/pest/

noun

1. Any mixture of a soft and malleable consistency

    synonym:
  • paste

1. Οποιοδήποτε μείγμα μαλακής και ελατής συνοχής

συνώνυμο:
  • πάστα

2. A hard, brilliant lead glass that is used in making artificial jewelry

    synonym:
  • paste

2. Ένα σκληρό, λαμπρό γυαλί μολύβδου που χρησιμοποιείται στην κατασκευή τεχνητών κοσμημάτων

συνώνυμο:
  • πάστα

3. An adhesive made from water and flour or starch

  • Used on paper and paperboard
    synonym:
  • paste
  • ,
  • library paste

3. Μια κόλλα από νερό και αλεύρι ή άμυλο

  • Χρησιμοποιείται σε χαρτί και χαρτόνι
συνώνυμο:
  • πάστα,
  • επικόλληση βιβλιοθήκης

4. A tasty mixture to be spread on bread or crackers or used in preparing other dishes

    synonym:
  • spread
  • ,
  • paste

4. Ένα νόστιμο μείγμα που απλώνεται σε ψωμί ή κράκερ ή χρησιμοποιείται στην προετοιμασία άλλων πιάτων

συνώνυμο:
  • διαδίδω,
  • πάστα

verb

1. Join or attach with or as if with glue

  • "Paste the sign on the wall"
  • "Cut and paste the sentence in the text"
    synonym:
  • glue
  • ,
  • paste

1. Ενώστε ή συνδέστε με ή σαν με κόλλα

  • "Επικολλήστε το σημάδι στον τοίχο"
  • "Κόψτε και επικολλήστε την πρόταση στο κείμενο"
συνώνυμο:
  • κόλλα,
  • πάστα

2. Hit with the fists

  • "He pasted his opponent"
    synonym:
  • paste

2. Χτυπήστε με τις γροθιές

  • "Επικόλλησε τον αντίπαλό του"
συνώνυμο:
  • πάστα

3. Cover the surface of

  • "Paste the wall with burlap"
    synonym:
  • paste

3. Καλύψτε την επιφάνεια του

  • "Επικολλήστε τον τοίχο με λινάτσα"
συνώνυμο:
  • πάστα

Examples of using

Has anyone seen the paste?
Έχει δει κανείς την πάστα?