Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Parliamentarian

/pɑrləməntɛriən/

noun

1. An elected member of the british parliament: a member of the house of commons

    synonym:
  • Parliamentarian
  • ,
  • Member of Parliament

1. Εκλεγμένο μέλος του βρετανικού κοινοβουλίου: μέλος της βουλής των κοινοτήτων

συνώνυμο:
  • Κοινοβουλευτικόσ,
  • Μέλος του Κοινοβουλίου

2. An expert in parliamentary rules and procedures

    synonym:
  • parliamentarian

2. Εμπειρογνώμονας στους κοινοβουλευτικούς κανόνες και διαδικασίες

συνώνυμο:
  • βουλευτής