Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Parenthetical

/pərɛnθɛtɪkəl/

noun

1. An expression in parentheses

  • "His writing was full of parentheticals"
    synonym:
  • parenthetical expression
  • ,
  • parenthetical

1. Μια έκφραση σε παρενθέσεις

  • "Η γραφή του ήταν γεμάτη από παρενθετικούς"
συνώνυμο:
  • παρενθετική έκφραση,
  • παρενθετικόσ

adjective

1. Qualifying or explaining

  • Placed or as if placed in parentheses
  • "Parenthetical remarks"
    synonym:
  • parenthetic
  • ,
  • parenthetical

1. Προκριματικά ή εξηγητικά

  • Τοποθετημένος ή σαν να τοποθετείται στις παρενθέσεις
  • "Παραπλανητικές παρατηρήσεις"
συνώνυμο:
  • παρενθετικός,
  • παρενθετικόσ